Αρχική

Συλλογή, Τεκμηρίωση και Ψηφιοποίηση Υλικού του Εγκληματολογικού Μουσείου

ΤΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ:
«Συλλογή, Τεκμηρίωση και Ψηφιοποίηση Υλικού του Εγκληματολογικού Μουσείου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών»

Μέχρι πρότινος, το Εγκληματολογικό Μουσείο διέθετε ένα πεπαλαιωμένο σύστημα διαχείρισης των συλλογών και ανάδειξης της πληροφορίας. Ειδικότερα, η τεκμηρίωση ήταν ανεπαρκής, η καταλογογράφηση γινόταν με χειρόγραφη οργάνωση της πληροφορίας, το κοινό μπορούσε να έχει πρόσβαση στα εκθέματα του Μουσείου μόνο μέσω της επίσκεψης του εκθεσιακού χώρου, ενώ στον διαδικτυακό του τόπο υπήρχαν περιορισμένες, γενικού χαρακτήρα, πληροφορίες για το Μουσείο και τις συλλογές. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να δυσχεραίνεται η ανάδειξη της σημασίας και της σπουδαιότητας του Μουσείου, καθώς και της μείζονος επιστημονικής αξίας των συλλογών του. Για την αντιμετώπιση των αναγκών του Εγκληματολογικού Μουσείου και με την αρωγή του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας» (ΚτΠ Α.Ε.) (Μέτρο 2.4, Πρόσκληση 91) πραγματοποιήθηκαν αφενός η τεκμηρίωση και η ψηφιοποίηση ενός σημαντικού μέρους των αντικειμένων των συλλογών και αφετέρου η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και προβολής του μουσειακού υλικού, υιοθετώντας και εφαρμόζοντας διεθνείς προδιαγραφές-οδηγίες και βέλτιστες πρακτικές. Η διαχείριση και η προβολή του μουσειακού υλικού έγιναν μέσω της δημιουργίας βάσης δεδομένων, όπως επίσης και μέσω της αναβάθμισης του διαδικτυακού τόπου του Μουσείου.

Οι στόχοι που επιτεύχθηκαν είναι οι εξής:

  • Δυνατότητα πρόσβασης μέσω του Διαδικτύου σε πλήθος αντικειμένων του Μουσείου. Η φυσική παρουσία στον εκθεσιακό χώρο είναι απαγορευτική για το ευρύ κοινό και περιοριστική για το αντίστοιχο επιστημονικό, καθώς αρκετά από τα αντικείμενα είναι ιδιαιτέρως ευπαθή. Αντίθετα, η πρόσβαση στον διαδικτυακό τόπο του Μουσείου πραγματοποιείται χωρίς περιορισμούς τόπου και χρόνου.
  • Ευρύτερη διάδοση του πλήθους των πληροφοριών και διάχυση της επιστημονικής γνώσης που αντλείται από τα αντικείμενα του Εγκληματολογικού Μουσείου. Με τη χρήση απλώς και μόνο της δυνατότητας
    σύνδεσης στο Διαδίκτυο απεριόριστος πλέον αριθμός φυσικών προσώπων
    είναι σε θέση να μελετούν ταυτόχρονα τα ίδια τα αντικείμενα, καθώς και
    το συνοδευτικό πληροφοριακό υλικό τους. Έτσι, εξαλείφονται αυτομάτως οι
    μέχρι πρότινος περιορισμοί στην πρόσβαση και την κτήση της πληροφορίας.
  • Δυνατότητα ανταλλαγής της μουσειακής πληροφορίας με άλλα
    μουσεία και συναφείς φορείς
    στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προσφέροντας
    με τον τρόπο αυτό πληρέστερη πληροφόρηση στους επισκέπτες.
  • Εύκολη και γρήγορη αναζήτηση, μέσω κατάλληλου εργαλείου που
    ανακτά το ζητούμενο πληροφοριακό υλικό και συνδέει τα αντικείμενα, τα
    συνοδευτικά κείμενα και τις ψηφιοποιημένες εικόνες. Με αυτόν τον τρόπο
    διευκολύνεται η μετάβαση από ένα συγκεκριμένο θέμα στις σχετικές με
    αυτό πληροφορίες.
  • Οπτικοποίηση της πληροφορίας με έμφαση σε εύχρηστες μεθόδους
    παρουσίασης, που δίνουν στους επισκέπτες τη δυνατότητα να αποκτήσουν
    «ζωντανή» αίσθηση των αντικειμένων. Ειδικά στις πανοραμικές
    απεικονίσεις και στα τρισδιάστατα μοντέλα, οι χρήστες έχουν τη
    δυνατότητα να περιστρέψουν, να μεγεθύνουν ή να σμικρύνουν την όψη τους
    και να περιηγηθούν εικονικά στο αντικείμενο.
  • Δημιουργία εικονικής κοινότητας (forum) στην οποία κοινό και
    ερευνητές θα μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με το υλικό του
    Μουσείου, καθώς και με τα επιστημονικά αντικείμενα που άπτονται αυτού.
  • Εξασφάλιση προσβασιμότητας στον διαδικτυακό τόπο ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ), μέσω της τήρησης διεθνών οδηγιών για την ανάπτυξη ιστοσελίδων κατάλληλων για τα συγκεκριμένα άτομα. Ο διαδικτυακός τόπος του Μουσείου αποτελεί εναλλακτικό τρόπο επικοινωνίας με το μουσειακό αγαθό, χρησιμοποιώντας ευέλικτα μέσα για την αντιμετώπιση –έστω και συγκυριακά– ορισμένων φυσικών ή άλλων «αδυναμιών».
  • Δυνατότητα των επισκεπτών για αποστολή σχολίων και παρατηρήσεων αναφορικά με τα αντικείμενα, τα κείμενα και τη δομή του διαδικτυακού τόπου, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα αμεσότερης επικοινωνίας με τους επιμελητές των συλλογών και των εκθεμάτων του Μουσείου.